Πως Θέτουμε Όρια και Κανόνες στα Παιδιά Μας


Μία από τις πιο συχνές δυσκολίες με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι νέοι γονείς, έχει να κάνει με το ποιός είναι ο πιο σωστός τρόπος να θέσει κανείς όρια και κανόνες για τη συμπεριφορά του παιδιού του.  Οι γονείς συχνά προβληματίζονται όσον αφορά το αν θα πρέπει να χρησιμοποιούν την τιμωρία ως μέσο βελτίωσης της συμπεριφοράς του παιδιού τους, και κατά πόσο η χρήση αυτής μπορεί να βλάψει δυνητικά τη σχέση τους με το παιδί τους.

Η ύπαρξη ορίων και κανόνων στη ζωή ενός παιδιού είναι τεράστιας σημασίας.  Ειδικά για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη ρουτίνα, το να ξέρουν ποια είναι τα όρια και τι αναμένεται από αυτά τους δίνει αίσθηση ασφάλειας.  Εφόσον αυτό γίνεται με τον κατάλληλο τρόπο, τα όρια και οι κανόνες που θα θέσουμε δεν απειλούν καθόλου τη σχέση γονέα-παιδιού. Επιπλέον, ο κόσμος των ενηλίκων διέπεται από κανόνες σε όλα τα επίπεδα, με σαφείς επιπτώσεις παράβασής τους, επομένως καλό είναι τα παιδιά να εκπαιδεύονται σταδιακά σε αυτό από τα πρώτα κιόλας χρόνια τους.

Προκειμένου να θέσουμε όρια και κανόνες για το παιδί μας, θα πρέπει αρχικά να έχουμε εμείς οι ίδιοι αποσαφηνίσει τι είδους συμπεριφορά θα θέλαμε να έχει το παιδί μας, καθώς και ποιές συμπεριφορές θεωρούμε δεκτές και ποιες όχι.  Πρέπει δηλαδή να έχουμε ορίσει τι περιμένουμε από το παιδί μας όσον αφορά το φαγητό, τον ύπνο, τους τρόπους του και το πώς παίζει με τα άλλα παιδάκια.  Απαραίτητο είναι επίσης να υπάρχει κοινή γραμμή μεταξύ των συζύγων ή συντρόφων όσον αφορά τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, στο οποίο θα πρέπει να παρουσιάζουν ΠΑΝΤΑ ένα ενιαίο μέτωπο (δηλαδή να αντιδρούν σε τυχόν μη επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, να υποστηρίζει ο ένας την απόφαση του άλλου σχετικά με κάποια τιμωρία κ.ο.κ.).  

Κανένα παιδί δε γεννιέται γνωρίζοντας τι επιτρέπεται να κάνει και τι όχι, επομένως ένας από τους ρόλους του γονέα είναι να το εκπαιδεύσει σε αυτό.  Αυτό γίνεται με δύο τρόπους:

1) Χρήση επιπτώσεων για κακή συμπεριφορά
2) Επιβράβευση καλής συμπεριφοράς

Ο όρος «επίπτωση» προτιμάται από τον όρο «τιμωρία» όσον αφορά την κακή συμπεριφορά.  Παρότι πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο πράγμα, χρησιμοποιώντας τη λέξη «επίπτωση» τονίζουμε, στο εαυτό μας αλλά και στο παιδί, ότι η τιμωρία του είναι απλά απόρροια της κακής συμπεριφοράς.  Με λίγα λόγια, αποφεύγουμε οπωσδήποτε χαρακτηρισμούς του τύπου «κακό παιδί» και απλούστατα θέτουμε κάποια επίπτωση για την κακή συμπεριφορά.  Έτσι, το παιδί έχει κίνητρο να μην επαναλάβει τη συμπεριφορά αυτή (καθώς έχει καταλάβει ότι θα οδηγήσει σε επίπτωση), αλλά χωρίς να νιώθει άσχημα για τον εαυτό του έχοντας στιγματιστεί από την ταμπέλα του «κακού παιδιού».  Εφόσον εξηγήσουμε στο παιδί γιατί η συμπεριφορά ήταν κακή και την επίπτωση που θα έχει για αυτή, φροντίζουμε να του τονίσουμε ότι το αγαπάμε (αλλά ότι δυστυχώς είχε αυτή τη συμπεριφορά οπότε θα έχει επίπτωση κλπ. κλπ.).  Πάντα θέτουμε την επίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό χαρακτήρα του παιδιού μας και το τι θα στοίχιζε στο ίδιο να χάσει (βόλτα στο πάρκο; το παιδικό πάρτυ; το αγαπημένο του παιχνίδι για ένα απόγευμα;).

Χρυσοί κανόνες όσον αφορά τις επιπτώσεις

1) Να είναι σταθερές (δηλαδή η ίδια επίπτωση για το ίδιο «έγκλημα» )
2) Να μην αναιρούνται (δηλαδή άπαξ και θέσουμε μία επίπτωση, έστω και αν στη συνέχεια μας φανεί υπερβολική, ΕΠ’ ΟΥΔΕΝΙ δεν την παίρνουμε πίσω)
3) Να είναι ανάλογες του παραπτώματος και της ηλικίας 
4) Να είναι άμεσες (ειδικά για τα μικρά παιδιά, πρέπει η επίπτωση να λάβει χώρα άμεσα, αλλιώς δε θα γίνει ο συσχετισμός συμπεριφοράς-επίπτωσης)
5) ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ δε χρησιμοποιούμε σωματική τιμωρία: είναι πολύ βλαπτικό για τον ψυχικό κόσμο του παιδιού και τη σχέση παιδιού-γονέα και επιπλέον είναι αναποτελεσματικό.

Συνδυαστικά με τις επιπτώσεις για κακή συμπεριφορά, επιβραβεύουμε την καλή συμπεριφορά.  Ενισχύουμε δηλαδή την καλή συμπεριφορά ή τη βελτίωση της συμπεριφοράς όσον αφορά κάποιο συγκεκριμένο θέμα επαινώντας το παιδί για αυτή, εξηγώντας και σε αυτήν την περίπτωση γιατί ήταν καλή η συμπεριφορά και τονίζοντας στο παιδί πόσο περήφανοι νιώθουμε για την προσπάθειά του (“Μπράβο σου, μοιράστηκες πολύ καλά τα παιχνίδια σου με τον Γιωργάκη.  Είναι ωραίο όταν παίζουμε όμορφα.  Είμαι περήφανη για εσένα!”)  Μπορούμε  και να προσφέρουμε κάποιο προνόμιο στο παιδί για να ενισχύσουμε περαιτέρω την επιθυμητή συμπεριφορά, αποφεύγοντας όμως τα υλικά αγαθά (δηλαδή ναι σε κάποια βόλτα στο πάρκο ή κάποια αγαπημένη δραστηριότητα του παιδιού, όπως κολάζ, όχι σε παιχνίδια ή άλλα δώρα).

Η διαδικασία του να θέσουμε όρια και κανόνες στα παιδιά μας σίγουρα δεν είναι απλή-απαιτεί προσπάθεια, υπομονή και πάνω απ’ όλα χιούμορ! Είναι όμως μια διαδικασία η οποία αξίζει τον κόπο και ωφελεί μακροπρόθεσμα τόσο τους γονείς, όσο και το παιδί.


Μυρτώ Κογεβίνα
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
MSc University of Surrey, BA University of Oxford
Myrto.kogevina@yahoo.com